Οι άριστα καταρτισμένοι συνεργάτες μας και θέλουν και μπορούν να σας βοηθήσουν!

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΜΕ:

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΜΕ:

Διαταραχη Αρθρωσης

Διαταραχή Άρθρωσης

Η Διαταραχή της Άρθρωσης είναι η δυσκολία του παιδιού ή του ενήλικα να παράγει σωστά κάποιες “φωνές–γράμματα” της Ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για την εσφαλμένη εκφορά των φωνημάτων και την αλλοίωση των λέξεων κατά τη ρέουσα ομιλία.
Οι λέξεις δεν αρθρώνονται σωστά και πολλές φορές η ομιλία μπορεί να μην γίνεται καταληπτή (κατανοητή) από γονείς, τα οικεία πρόσωπα ή τους νηπιαγωγούς.

Ο λόγος ενός παιδιού με διαταραχή στην άρθρωση είναι συχνά ιδιαίτερα χαριτωμένος, γεγονός που καθυστερεί συνήθως και την επίσκεψη στο λογοθεραπευτή. Δεν παύει εντούτοις να συνιστά δυσκολία στο λόγο που πρέπει οπωσδήποτε να έχει αποκατασταθεί, πριν το παιδί ενταχθεί στο δημοτικό σχολείο.

Πριν την είσοδο στο δημοτικό σχολείο, η ομιλία κάθε παιδιού θα πρέπει να έχει ξεκαθαρίσει εντελώς, έτσι ώστε να μπορέσει το παιδί να μυηθεί με επιτυχία στην ανάγνωση και τη γραφή και να αποφύγει τα κοροϊδευτικά σχόλια των συμμαθητών και άλλων παιδιών που εύκολα τραυματίζουν την παιδική ψυχή.

Δυσλεξια – Μαθησιακες Δυσκολιες

Μαθησιακές Δυσκολίες

Όλοι οι γονείς νιώθουμε λίγο ανήμποροι μπροστά στην ανακάλυψη μιας μαθησιακής δυσκολίας. Δεν είμαστε προετοιμασμένοι! Γιατί πολύ συχνά αυτή η δυσκολία δεν γίνεται εμφανής πριν το Δημοτικό κι ακόμα και τότε, μπορεί να μην εντοπίζεται με ευκολία.

Ας ξεκινήσουμε λέγοντας ότι τα παιδιά με μαθησιακά προβλήματα, έχουν φυσιολογική έως και αυξημένη νοημοσύνη.
Επίσης, κάθε παιδί μπορεί να παρουσιάζει διαφορετικού τύπου δυσκολία και να μην είναι εμφανής σε όλα τα μαθήματα (π.χ. να έχει δυσκολία μόνο στο γράψιμο, ή μόνο στα μαθηματικά).
Η δυσλεξία, για παράδειγμα, αφορά στην ανάγνωση και είναι μία μόνο από τις πολλές μαθησιακές δυσκολίες.

Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι πρόβλημα νευρολογικής φύσης, το οποίο μπορεί να εκδηλώνεται ως δυσκολία στο να ακούμε, να μιλάμε, να σκεφτόμαστε, να γράφουμε, να διαβάζουμε, να ορθογραφούμε ή να λύνουμε πράξεις.

Τα παιδιά με Μαθησιακές Δυσκολίες αντιμετωπίζουν συνήθως, όχι μόνο μία αλλά αρκετές από τις παρακάτω δυσκολίες:

    1. Στην ανάγνωση–κατανόηση κειμένου:
      • Αργούν να διαβάσουν λέξεις και φράσεις.
      • Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης διαβάζουν άλλες λέξεις και όχι αυτές που αντιστοιχούν στο κείμενο (π.χ. λιβάδι αντί για λιβάνι).
      • Δυσκολεύονται να κατανοήσουν αυτά που διαβάζουν και να αποδώσουν το νόημα του κειμένου.
      • Κατά τη διάρκεια της απόδοσης του νοήματος ενός κειμένου μπερδεύουν, αλλοιώνουν και παραλείπουν σημαντικά στοιχεία της ιστορίας.
      • Δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις εκφωνήσεις των ασκήσεων ώστε να τις λύσουν.

Μαθησιακές Δυσκολίες - Δυσλεξία

  1. Στην γραφή:
    • Μπερδεύουν τα γράμματα ( δάσος → βάσος).
    • Παραλείπουν, αντιμεταθέτουν ή αντικαθιστούν συλλαβές.
    • Παραλείπουν γράμματα ( κασέρι → κσερι).
    • Δυσκολεύονται να μάθουν και να εφαρμόσουν τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.
    • Κάνουν πολλά ορθογραφικά λάθη.
    • Η γραφή τους είναι συνεχόμενη (δεν αφήνουν κενά ανάμεσα στις λέξεις).
    • Δεν βάζουν σημεία στίξης και τόνους.
    • Χρησιμοποιούν κεφαλαία στη μέση της λέξης ή της πρότασης.
  2. Στην γραπτή έκφραση:
    • Η γραπτή τους έκφραση είναι μονότονη.
    • Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν είναι επαναλαμβανόμενο και περιορισμένο.
    • Δυσκολεύονται να αναπτύξουν ένα θέμα και να αφήσουν την φαντασία τους ελεύθερη.
  3. Μαθησιακές Δυσκολίες - Δυσλεξία

  4. Στα μαθηματικά:
    • Δυσκολεύονται να μάθουν τα σύμβολα των πράξεων.
    • Μπερδεύονται και δεν μπορούν να κατανοήσουν τις εκφωνήσεις των προβλημάτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τα λύσουν.
    • Μπερδεύουν τους αριθμούς, μερικές φορές τους διαβάζουν ανάποδα.
    • Ξεχνούν τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν μια πράξη, δηλαδή πώς να τοποθετήσουν τους αριθμούς και τα σύμβολα.
  5. Επιπλέον δυσκολίες που επηρεάζουν τη μάθηση:
    • Δυσκολία στη εκμάθηση καινούριων πληροφοριών.
    • Φτωχή ακουστική και οπτική μνήμη.
    • Δυσκολία στη διάκριση αριστερό – δεξί και στην εκμάθηση της ώρας.
    • Δυσκολεύονται να κατανοήσουν έννοιες και φράσεις.
    • Δυσκολεύονται να ακολουθήσουν εντολές.
    • Δυσκολίες στον οπτικοκινητικό συντονισμό (συντονισμός χεριών – ματιών).

Διγλωσσια

Διγλωσσία

Η διγλωσσία αφορά στα παιδιά που αναγκάζονται να μάθουν δύο μητρικές γλώσσες (μία των γονιών τους και μία της χώρας που ζουν).

Όλοι οι άνθρωποι δεν έχουμε τις ίδιες δυνατότητες εκμάθησης και επεξεργασίας των ερεθισμάτων, με αποτέλεσμα πολλά παιδιά να δυσκολεύονται τόσο στην κατανόηση–εκμάθηση όσο και στην προφορά και το συνδυασμό των δύο γλωσσών.
Αποτέλεσμα των παραπάνω δυσκολιών είναι η καθυστέρηση έναρξης της ομιλίας, η αδυναμία κατανόησης καθώς και η δυσκολία φυσιολογικής εξέλιξης του λόγου τους.

Νοητικη Υστερηση και Συνδρομα

Νοητική Στέρηση - Σύνδρομα

Η νοητική υστέρηση αναφέρεται σε μια παθολογική κατάσταση, η αιτιολογία εμφάνισης της ποικίλλει, σε πολλές όμως περιπτώσεις η αιτιολογία δεν είναι γνωστή.
Τα παιδιά με νοητική υστέρηση παρουσιάζουν νοητική ικανότητα μικρότερη της ηλικίας τους, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν αδυναμία προσαρμογής, μειωμένη ωρίμανση σε κινητικές και αντιληπτικές δεξιότητες, δυσκολίες στην αυτοεξυπηρέτησή τους καθώς και μειωμένες επιδόσεις στη μάθηση και στην κοινωνικοποίηση τους.

Η διάγνωση γίνεται μέσω σταθμισμένων ψυχομετρικών τεστ τα οποία αναλύονται από ψυχολόγους. Ανάλογα με τον δείκτη νοημοσύνης (το Νοητικό Πηλίκο) που προκύπτει από τα ψυχομετρικά τεστ, η νοητική υστέρηση ταξινομείται ως εξής:

  • Ήπια: με νοητικό πηλίκο (IQ) 50–70.
  • Μέτρια: με νοητικό πηλίκο (IQ) 35–55.
  • Σοβαρή: με νοητικό πηλίκο (IQ) 20–40.
  • Βαριά: με νοητικό πηλίκο (IQ) κάτω 20.

Η νοητική υστέρηση, τις περισσότερες φορές, είναι σύμπτωμα κάποιου Συνδρόμου. Τα Σύνδρομα ποικίλλουν, τόσο στην αιτιολογία τους, όσο και στα συμπτώματά τους.
Ενδεικτικά, σύνδρομα με νοητική υστέρηση είναι τα εξής:

  • Σύνδρομο Down — ήπια ή μέτρια νοητική υστέρηση (IQ 35–70).
  • Σύνδρομο Εύθραυστου Χ — φυσιολογική έως σοβαρή νοητική υστέρηση (IQ ≈ 40).
  • Σύνδρομο Cri-du-chat (Cat-cry) — σοβαρή νοητική υστέρηση (IQ 20–40).
  • Σύνδρομο Williams — ήπια έως σοβαρή νοητική υστέρηση (IQ ≈ 65).
  • Σύνδρομο Angelman — σοβαρή νοητική υστέρηση (IQ 20–40).
  • Σύνδρομο Prader-Willi – φυσιολογική έως βαριά νοητική υστέρηση (IQ ≈ 60).
  • Σύνδρομο Smith-Magenis – ήπια έως μέτρια νοητική υστέρηση (IQ 35–70).
  • Σύνδρομο Wolf-Hirschhorn – μέτρια νοητική υστέρηση (IQ 35–55).
  • Σύνδρομο Klinefelter – ήπια νοητική υστέρηση (IQ 50–70).

Ειδικη Γλωσσικη Διαταραχη (SLI)

Ειδική Γλωσσική Διαταραχή - SLI

Η Ειδική Γλωσσική Διαταραχή (ΕΓΔ)—Specific Language Impairment (SLI) είναι μια αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή, η οποία δεν οφείλεται σε νευρολογικές, γνωστικές ή συναισθηματικές διαταραχές.

Τα παιδιά με Ειδική Γλωσσική Διαταραχή παρουσιάζουν πιο αργό ρυθμό στην γλωσσική ανάπτυξη σε σχέση με τα άλλα παιδιά της ίδιας ηλικίας, δηλαδή μαθαίνουν και παράγουν αργότερα την πρώτη του λέξη ή φράση.
Πιο συγκεκριμένα οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά με ειδική γλωσσική διαταραχή είναι οι εξής:

  • Καθυστερούν ή δυσκολεύονται να εντάξουν στην ομιλία τους άρθρα, προθέσεις, καταλήξεις κτλ.
  • Χρησιμοποιούν απλές προτάσεις, οι οποίες μπορεί να είναι και συντακτικά λανθασμένες.
  • Δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν σωστά τους ρηματικούς χρόνους και να σχηματίσουν ερωτηματικές προτάσεις.
  • Παρουσιάζουν προβλήματα με τη μορφή, το περιεχόμενο και χρήση της γλώσσας.
  • Οι φωνολογικές δυσκολίες τους είναι συνήθως εξελικτικά πρώιμες φωνολογικές διαδικασίες ( πτώση συλλαβών και συμφώνων, στιγμικοποίηση, εμπροσθοποίηση).
  • Χρησιμοποιούν απλές μικρές προτάσεις και έχουν μειωμένο MLU (μέσο μήκος πρότασης) για την ηλικία τους.
  • Το περιεχόμενο του λόγου τους είναι περιορισμένο και χρησιμοποιούν λιγότερες έννοιες.
  • Δυσκολεύονται στην εκμάθηση καινούργιων λέξεων και ο λόγος τους χαρακτηρίζεται από προβλήματα εύρεσης και ανάκλησης μιας λέξης, αντικαταστάσεις και υπεργενικεύσεις λέξεων.
  • Απαντούν συνήθως εκτός θέματος σε ερωτήσεις, δημιουργώντας έτσι προβλήματα στη φυσιολογική επικοινωνιακή τους σχέση με τους γύρω τους.
  • Σε μερικές περιπτώσεις παρατηρείται επίσης ηχολαλία και διστάζουν να παίρνουν πρωτοβουλίες σε μια συνομιλία.
  • Τέλος, παρουσιάζουν δυσκολίες στη χρήση της επαγωγικής ικανότητας του λόγου, χρησιμοποιώντας ελλιπείς πληροφορίες (χρονικοί τύποι ρήματος, γραμματικές και συντακτικές δομές, υποκείμενα πρότασης κτλ.), με αποτέλεσμα ο λόγος τους να μην είναι κατανοητός από τον ακροατή τους.

Διαταραχη Ελλειμματικης Προσοχης – Υπερκινητικοτητα (ΔΕΠΥ)

Διάσπαση Προσοχής και Υπερκινητικότητα

Ο όρος αναφέρεται στην μεγάλη διάσπαση προσοχής και στην υπερδραστηριότητα.
Τα υπερκινητικά παιδιά βρίσκονται σε διαρκή υπερδιέγερση και κίνηση, προκαλούν συνέχεια φασαρία και συνήθως παρουσιάζουν διαταραχές στην εξέλιξή τους.
Η διαταραχή είναι πολύ πιο συχνή στα αγόρια απ' ότι στα κορίτσια.

Τα πιο κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν τα παιδιά με ΔΕΠΥ είναι:

  • Δυσκολεύονται να οργανώσουν τις εργασίες και το χρόνο τους.
  • Αδυνατούν να διατηρήσουν την προσοχή τους για αρκετή ώρα σε κάποια δραστηριότητα.
  • Κάνουν λάθη από απροσεξία στις σχολικές εργασίες.
  • Αδιαφορούν για τις οδηγίες που τους δίνονται για εργασίες και δραστηριότητες που τους έχουν ανατεθεί.
  • Δίνουν την εντύπωση ότι δεν μας ακούνε.
  • Ξεχνούν να κάνουν τις εργασίες τους.
  • Αδιαφορούν για δραστηριότητες που απαιτούν πολύ χρόνο και έντονη διανοητική δραστηριότητα.
  • Χάνουν ή ξεχνούν πού έχουν αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τις εργασίες τους.
  • Τρέχουν και κινούνται υπερβολικά σε χώρους που δεν επιτρέπονται τέτοιου είδους συμπεριφορές.
  • Σηκώνονται από το θρανίο ή τη θέση τους ακόμη και αν δεν επιτρέπεται.
  • Θέλουν να αλλάζουν συχνά θέσεις και δεν θέλουν να μένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα μέρος.
  • Μιλούν υπερβολικά.
  • Διακόπτουν ή θέλουν να επιβάλλουν την παρουσία τους σε ομαδικές δραστηριότητες και παιχνίδια.
  • Διάσπαση Προσοχής και Υπερκινητικότητα

  • Παίζουν νευρικά με τα χέρια και τα πόδια τους. Με βάση όλα τα παραπάνω, η διάσπαση προσοχής και η υπερκινητικότητα έχουν επιπτώσεις στην εξέλιξη των παιδιών. Πιο αναλυτικά:
    • Καθυστέρηση στην ομιλία.
    • Αδεξιότητα στις κινήσεις.
    • Δυσκολίες στην εκμάθηση της ανάγνωσης.
    • Αδυναμία στην αντίληψη εντολών και στην εκμάθηση καινούριων γνώσεων.
    • Δυσκολία στην κατανόηση των σχημάτων.
    • Αδυναμία προσανατολισμού στο χώρο.

Διαταραχες Φωνης

Διαταραχές Φωνής

Η φωνή είναι αποτέλεσμα αλληλοεπίδρασης του αναπνευστικού συστήματος, του λάρυγγα και του συστήματος αντήχησης (το φάρυγγα, τη στοματική κοιλότητα και τη μύτη).
Ο αέρας που εκπνέεται από τους πνεύμονες περνάει από τις φωνητικές χορδές με αποτέλεσμα να πάλλονται και να παράγουν τη φωνή. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη φωνή μας είναι το περιβάλλον, η υγεία αλλά και η ψυχολογία, ο τρόπος χρήσης της φωνής και η δομή του φωνητικού μας συστήματος. Οποιαδήποτε μεταβολή στους πιο πάνω παράγοντες έχει ως συνέπεια αλλαγή στην ποιότητα της φωνής.

Οι διαταραχές φωνής χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  1. Οργανικές διαταραχές της φωνής που περιλαμβάνουν:
    • Ανατομικές ανωμαλίες (εκ γενετής ανωμαλίες του λάρυγγα, τραύματα και κακώσεις).
    • Ακουστικές διαταραχές (οι παθήσεις της φωνής που προκλήθηκαν μετά από κάποια ακουστική βλάβη—βαρηκοΐα).
    • Φλεγμονώδεις καταστάσεις (φλεγμονή σε κάποια από τις βασικές δομές της φώνησης).
    • Αλλεργικές παθήσεις.
    • Νευρολογικές διαταραχές (νόσος του Parkinson, σκλήρυνση κατά πλάκας).
    • Ενδοκρινολογικές διαταραχές (υποθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός κ.τ.λ.).
  2. Λειτουργικές διαταραχές της φωνής που περιλαμβάνουν:
    • Ψυχογενείς δυσφωνίες (εφηβοφωνία: αλλαγή φωνής κατά την εφηβεία, ψυχογενή αφωνία, ψυχογενή δυσφωνία και σπαστική δυσφωνία).
    • Υπερκινητική δυσφωνία (κατάχρηση της φωνής και πρόκληση φωνητικών οζιδίων ή κομβίων, οιδήματος Reinke και πολυπόδων).

Ανεξάρτητα από την αιτιολογία της διαταραχής, η φώνηση του πάσχοντα χαρακτηρίζεται από αίσθημα κόπωσης και υπερβολικής προσπάθειας, ανεπαρκή τρόπο αναπνοής, βήχα, βραχνάδα και συχνό καθάρισμα του λαιμού. Εφόσον υπάρχει διαταραχή, θα παρατηρηθούν αλλαγές στην ποιότητα, στο ύψος, την ένταση, τη σταθερότητα της φωνής, στον τύπο της αναπνοής και την αντήχηση. Στόχοι της λογοθεραπευτικής παρέμβασης είναι, η εκμάθησης σωστής αναπνοής και τεχνικών που θα βελτιώσουν την ποιότητα της φωνής, ανάλογα με τις κοινωνικές και επαγγελματικές απαιτήσεις του ασθενή.

Αυτισμο

Αυτισμός

Ο Αυτισμός είναι μια διαταραχή που ανήκει στο φάσμα των Διάχυτων Αναπτυξιακών Διαταραχών και επηρεάζει την κοινωνική αλληλεπίδραση, την επικοινωνία και την φαντασία.

Χαρακτηρίζεται επίσης από στερεοτυπική συμπεριφορά και έλλειψη βλεμματικής επαφής.
Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των παιδιών με αυτισμό είναι:

  • Αδιαφορία γι’ αυτά που συμβαίνουν και για τους άλλους γύρω τους.
  • Δυσκολεύονται στην αναγνώριση και στη διαχείριση συναισθημάτων, τόσο των άλλων όσο και των δικών τους.
  • Δυσκολεύονται να αναπτύξουν κοινωνικές σχέσεις και φιλίες.
  • Κοινωνικά ανώριμη συμπεριφορά.
  • Αργή εξέλιξη ή απουσία λόγου.
  • Ηχολαλίες.
  • Δυσκολία στην κατανόηση του λόγου (κατανοούν μόνο την κυριολεκτική σημασία).

Μέσα στο φάσμα των Διάχυτων Αναπτυξιακών Διαταραχών υπάγονται, εκτός απ’ τον αυτισμό, και οι εξής διαταραχές:

  • Σύνδρομο Asperger – αναπτυξιακή διαταραχή με δυσκολίες στην επικοινωνία αλλά με υψηλές επιδόσεις.
  • Σύνδρομο Rett – απουσία επικοινωνίας και φυσιολογικής αλληλεπίδρασης με τους άλλους (εμφανίζεται μόνο σε κορίτσια).
  • Παιδική αποδιοργανωτική διαταραχή – παλινδρόμηση της ανάπτυξης, κυρίως προσβεβλημένη επικοινωνία.
  • Μη αλλιώς προσδιοριζόμενη Δ.Α.Δ. – σοβαρά ελλείμματα στην ανάπτυξη, χωρίς να μπορεί η διαταραχή να ενταχθεί σε κάποια απ’ τις προηγούμενες.

Τα πρώτα συμπτώματα παρατηρούνται απ’ το οικείο περιβάλλον στα δύο πρώτα χρόνια του παιδιού. Τα παιδιά αναπτύσσονται σταδιακά συνήθως, αν και πολλές φορές στη συνέχεια οπισθοδρομούν. Δίνουμε προσοχή όταν το παιδί:

    Αυτισμός και προβλήματα
  • Δεν ανταποκρίνεται στο όνομά του.
  • Εστιάζει σε συγκεκριμένα αντικείμενα (πιο συχνά σε αντικείμενα που περιστρέφονται).
  • Δεν ανταποκρίνεται χαμογελώντας στα χαμόγελα των άλλων.
  • Στους 6 μήνες παρουσιάζει μειωμένο επίπεδο δραστηριότητας.
  • Στους 10 μήνες δεν εμφανίζονται εκφράσεις στο πρόσωπό του.
  • Στους 12 μήνες παρουσιάζει δυσκολίες στην επικοινωνία του με τους άλλους – λεκτική και μη.

Τραυλισμο

Τραυλισμός

Ο τραυλισμός είναι μία σύνθετη διαταραχή της ροής της ομιλίας. Χαρακτηρίζεται από διακοπές κατά την ομιλία λόγω επαναλήψεων, κολλημάτων ή επιμηκύνσεων ήχων, συλλαβών ή/και λέξεων, είτε στην αρχή είτε στη μέση μιας λέξης. Συνοδεύεται από δυσκολία ή απώλεια ελέγχου της αναπνοής και από αντανακλαστικές κινήσεις του σώματος ή συσπάσεις του προσώπου.
Τα άτομα με τραυλισμό εμφανίζουν επίσης άρνηση και φόβο για λεκτική επικοινωνία, ανασφάλεια και συμπεριφορές αποφυγής (λέξεων ή καταστάσεων).

Ο τραυλισμός εμφανίζεται μεταξύ δεύτερου και πέμπτου έτους της ηλικίας, αν και για πολλά παιδιά αυτό μπορεί να είναι ένα φυσιολογικό παροδικό στάδιο της εξέλιξης της ομιλίας τους. Στις περιπτώσεις αυτές βοηθάμε το παιδί προωθώντας ένα αργό πρότυπο ομιλίας και ακούγοντας υπομονετικά, χωρίς να διακόπτουμε ή να κατακρίνουμε.

Βαρηκοϊα – Κωφωση

Βαρηκοΐα - Κώφωση

Βαρηκοΐα είναι η μείωση της ακουστικής οξύτητας στο φάσμα των συχνοτήτων της ανθρώπινης ομιλίας (500Hz – 2000Hz). Αντίστοιχα, κώφωση είναι η απώλειά της.

Η βαρηκοΐα χωρίζεται σε τρία είδη:

  • Βαρηκοΐα αγωγιμότητας: δυσκολία στην πρόσληψη του ήχου από το έξω αυτί μέχρι τον κοχλία.
  • Βαρηκοΐα αντιλήψεως ή νευροαισθητήρια βαρηκοΐα: βλάβη στον κοχλία ή στο ακουστικό νεύρο με αποτέλεσμα τη δυσκολία κατανόησης του ήχου.
  • Βαρηκοΐα μεικτού τύπου: συνδυασμός των δύο προηγούμενων.

Επίσης ο βαθμός δυσκολίας ποικίλλει και ανάλογα μ’ αυτόν καθορίζεται και το επίπεδο της ακουστικής δυσλειτουργίας:

  • Πολύ μικρή βαρηκοΐα (15-25 dB) – μικρή δυσκολία στην αντίληψη και κατανόηση ψιθυριστής ομιλίας.
  • Μικρή βαρηκοΐα (25-40 dB) – δυσκολία στην αντίληψη και κατανόηση ψιθυριστής ομιλίας.
  • Μέση βαρηκοΐα (40-55 dB) – δυσκολία στην αντίληψη και κατανόηση καθημερινής ομιλίας.
  • Μέση – Σοβαρού βαθμού βαρηκοΐα (55-70 dB) – δυσκολία στην αντίληψη και κατανόηση δυνατής ομιλίας.
  • Σοβαρή βαρηκοΐα (70-90 dB) – υπάρχει αντίληψη της δυνατής ομιλίας με τη βοήθεια ακουστικών αλλά μπορεί να υπάρχει δυσκολία στην κατανόησή της.
  • Πολύ σοβαρή βαρηκοΐα – κώφωση (> 90 dB) – δεν γίνεται αντιληπτή η δυνατή ομιλία ούτε με την βοήθεια ακουστικών.

Αν το παιδί δεν δείχνει ενδιαφέρον προς τους ήχους και αν δεν αρχίσει να αναπτύσσεται λόγος μέσα στο πρώτο έτος της ηλικίας του, ο πρώτος έλεγχος που πρέπει να γίνει είναι αυτός της ακοής.

Αγγειακο Εγκεφαλικο Επεισοδιο (ΑΕΕ)

 Εγκεφαλικά - ΑΕΕ

Τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  1. Τα ισχαιμικά επεισόδια στα οποία διακόπτεται η ροή του αίματος σε αγγεία του εγκεφάλου.
  2. Τα αιμορραγικά επεισόδια κατά τα οποία η ρήξη ενός αγγείου του εγκεφάλου προκαλεί αιμορραγία.

Αποτέλεσμα και των δύο είναι η νέκρωση των αντίστοιχων εγκεφαλικών περιοχών. Οι βλάβες που προκαλούνται μπορεί είναι ελαφρές ή πιο σοβαρές και επηρεάζουν τις κινητικές, γλωσσικές, γνωστικές, αισθητηριακές δεξιότητες, την σίτιση και την ψυχολογία του ασθενή.

Υπάρχουν περιπτώσεις που το άτομο αντιλαμβάνεται το επεισόδιο σαν παροδική ζάλη, χωρίς επιπτώσεις, αλλά και περιπτώσεις που δημιουργούν σοβαρότερα λειτουργικά προβλήματα.
Συχνότερη είναι η εικόνα του ασθενή με ημιπληγία και με μερική απώλεια λόγου και ομιλίας. Οι ασθενείς που έχουν υποστεί ΑΕΕ παρουσιάζουν Αφασία, Δυσαρθρία ή Απραξία.

Οι διαταραχές αυτές μπορούν να παρουσιάζονται μεμονωμένες ή να συνυπάρχουν. Η αφασία (ή δυσφασία) χαρακτηρίζεται από απώλεια συγκεκριμένων γλωσσικών λειτουργιών. Ο αφασικός ασθενής μπορεί να παρουσιάζει δυσκολίες στα παρακάτω:

  • Στην εύρεση κατάλληλων λέξεων στο λόγο του.
  • Στη σύνταξη ολοκληρωμένων και κατανοητών προτάσεων.
  • Στην κατανόηση προτάσεων και εντολών.
  • Στην ταύτιση λέξης – έννοιας.
  • Στην κατανόηση αφηρημένων εννοιών.
  • Στο γραπτό λόγο (γραφή και ανάγνωση).

Η αφασία μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα και άλλων παθήσεων όπως τα μετεγχειρητικά τραύματα, οι όγκοι, οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις ή οι εκφυλιστικές νευρολογικές παθήσεις (σκλήρυνση κατά πλάκας).

 Εγκεφαλικά - ΑΕΕ

Η δυσαρθρία και η δυσπραξία είναι αρθρωτικές δυσκολίες νευρολογικής φύσης.
Στη δυσαρθρία υπάρχει δυσκολία άρθρωσης λόγω υποτονίας, υπερτονίας ή έλλειψη αίσθησης στους μύες του στόματος. Η ομιλία του δυσαρθρικού ασθενή παρομοιάζεται συχνά με την ομιλία ατόμου σε κατάσταση μέθης. Σε ορισμένες περιπτώσεις επίσης παρουσιάζεται και σιελόρροια.
Στη δυσπραξία υπάρχει δυσκολία στον προγραμματισμό και στην εκτέλεση αρθρωτικών κινήσεων. Ο δυσπραξικός ασθενής μιλά με επαναλήψεις της ίδιας λέξης. Δυσκολεύεται σε παραγωγές με μίμηση ή μετά από εντολή αλλά μπορεί πιο εύκολα να παράγει την ίδια λέξη αυθόρμητα.